Εφτιαχνα μια ομιλία προορισμένη για ακροατήριο αλλόγλωσσο, με αναγκαστική μεταξύ μας επαφή τα αγγλικά. Και το θέμα ήταν ενδιαφέρον. Οι φίλοι ξένοι ήθελαν τη γνώμη ενός κουλτουριάρη για την οικονομική και πολιτική κρίση και πώς επηρέασε, αν επηρέασε, το ματαιόσπουδο τομέα των γραμμάτων και των τεχνών. Ξέρετε, αυτών των τύπων που κάθε τόσο, αυτοσχέδιοι ρήτορες από άλλες ειδικότητες ρωτούν σε υψηλούς τόνους «μα, που είναι οι πνευματικοί μας άνθρωποι;». Βρήκα μια καλή εισαγωγή, μοίρασα δίκαια μερικά παραδείγματα όπου η πολιτική πολυμορφία, εν μέρει στέρεη, εν μέρει από λάστιχο, μας οδηγούσε σε διαφορετικούς δρόμους σκέψεις, τίμησα και τους μελλοντικούς μου ακροατές και έμενε μια κατακλείδα. Συγκεκριμένα, σκέφτηκα να παραθέσω ένα ελληνικό ποίημα, μεταφρασμένο στα αγγλικά, για τη δημιουργία των συνειρμών που επιθυμούσα. Η ελληνική ποίηση κυκλοφόρησε ωσάν ορός στο αίμα μου και βρέθηκα στην ανάγκη να ζητήσω πολλά παυσίπονα, μήπως και τη βγάλω καθαρή. Απόμεινα με καμιά δεκαριά διαμάντια αλλά έπρεπε να «δέσω» το αντικείμενο της ομιλίας μου με το στιχηρό.

Με δεδομένο το χρόνο που διέθετα, δεν απορώ που κατέληξα στον Καβάφη. Υπάρχουν ποιητές που δεν αφήνουν τοξικά κατάλοιπα στη σκέψη αλλά μπορούν να επιδράσουν ανεξάρτητα από την ευρυμάθεια του κοινού, επειδή έχουν ένα σκελετό από απλές έννοιες, από συλλογισμούς που ο καθένας μπορεί να καταλάβει. Αυτόματα σχεδόν κατέληξα στον αγαπημένο πολλών Ελλήνων «Δαρείο». Που είναι, στην ουσία, μια υπόθεση εργασίας για ένα ψυχογράφημα του Πέρση βασιλιά, καμωμένο από κάποιον ποιητή, τον Φερνάζη, τρεις αιώνες αργότερα. Ο Φερνάζης είναι Πόντιος και πολίτης του κράτους του Μιθριδάτη. Η χώρα του έχει μπλεξίματα, ο τόπος όπου συγγράφει είναι προβληματικός αλλά αυτός, εκεί, το χαβά του: τι ακριβώς αισθανόταν ο μακρινός του ήρωας; Ο ίδιος είναι δίβουλος. Παλαντζάρει ανάμεσα στο «υπεροψία και μέθη» ή σε ένα αίσθημα ματαιότητας των μεγαλείων. Και την ώρα που έχουμε τον ποιητή σε βαθιά σκέψη, ξεσπάει ο πόλεμος με τους Ρωμαίους. Η χώρα, ο ποιητής και ο Δαρείος βρίσκονται αλλού γι' αλλού. Μέσα σε πόλεμο δε συνθέτεις ελληνικά ποιήματα. Ο πανικός καταλαμβάνει τον Φερνάζη, καθώς η ζωή του βρίσκεται στο δόκανο μιας μοίρας που δεν μπορεί να ελέγξει. Κι ενώ το ποίημα ολοκληρώνεται, ο Φερνάζης βρίσκει τον καιρό να καταλήξει στο ποια μπορεί να ήταν τα συναισθήματα του Δαρείου. Το βρίσκει, εφαρμόζοντας το ποιητικό του μέτρο στην κατάσταση που βίωνε η χώρα του. Και καταλήγει στο «υπεροψία και μέθη».

Ηταν ό,τι χρειαζόμουν. Ηταν μια σωστή κατακλείδα. Για τη σημερινή Ελλάδα. Αντί να αρχαιολογήσω, ήρθα στην κατάσταση του Φερνάζη. Αν ο Δαρείος είχε υπεροψία και μέθη, ο Φερνάζης είχε πανικό και σάστισμα. Αυτό μ' ενδιέφερε να εκφράσω στο κοινό μου. Επειδή αυτό ένιωθα.